Mythical > Διαδρομή > 5. Σκολιό – Αηγιάννης

OLYMPUS MYTHICAL TRAIL > Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ > 4. ΣΚΟΛΙΟ - ΑΗΓΙΑΝΝΗΣ

 

Από την κορυφή του Σκολιού, όπου και Σημείο Ελέγχου του αγώνα, η διαδρομή στρέφεται νότια και κατηφορίζει σύντομα σε ομαλή ράχη με την ίδια κατεύθυνση. Πρόκειται για τη ράχη που συνδέει το σύμπλεγμα των κεντρικών κορυφών μέσω Σκολιού με τη νοτιότερη απόληξη τους, την κορυφή του Αγίου Αντωνίου ή Αγιαντώνη (2817μ). Το πεδίο εδώ είναι αλπικό, χωρίς ίχνος βλάστησης και με αρκετή ψιλή, σπασμένη, γκρίζα πέτρα τριγύρω. Οι κλίσεις είναι ανεπαίσθητες και το μονοπάτι εμφανές, απλά απαιτεί την προσοχή μας καθώς δεν υπάρχει βλάστηση τριγύρω για να το προσδιορίσει με μεγαλύτερη σαφήνεια. Αρχικά, το μονοπάτι κατηφορίζει με αρκετή κλίση από την κορυφή του Σκολιού, αλλά όχι για πολύ. Σταδιακά η κλίση εξομαλύνεται και σε λίγο ακόμα το μονοπάτι κινείται σε μηδενικές κλίσεις. Είναι μεν σαφές το ίχνος, απαιτεί ωστόσο προσοχή, ειδικά σε συνθήκες μειωμένης ορατότητας, καθώς τα σύννεφα καλύπτον το έδαφος συχνά στη διάρκεια της μέρας.

To πεδίο ανάμεσα Σκολιό και Αγιαντώνη. Πέτρες σποραδικά, οριοθετούν το μονοπάτι, στα δύσκολα σημεία του

Η κίνηση γίνεται με νότια κατεύθυνση και σε υψόμετρο περίπου στα 2700 μέτρα. Μετά από μια πρώτη δεξιά ανοιχτή στροφή, και αφού είναι σαφές ότι πλέον στα αριστερά μας όπως κινούμαστε υπάρχει πλαγιά που κατηφορίζει, περνούν ακόμα 100-200 μέτρα και το μονοπάτι κάνει αριστερή ανοιχτή στροφή. Σ αυτό ακριβώς το σημείο, την χρονική περίοδο του αγώνα συνήθως υπάρχει υπόλειμμα χιονιού! Το ανάγλυφο εδώ είναι τέτοιο που το χειμώνα στοιβάζεται ασυνήθιστα μεγάλη ποσότητα χιονιού και το μονοπάτι σβήνει εκεί, καθώς «θάβεται» μέσα στο χιόνι! Εδώ, η διοργάνωση συνήθως παρακάμπτει τη χιονούρα αυτή από την κάτω πλευρά της με σήμανση, που σε κάθε περίπτωση καθοδηγεί τον αθλητή ώστε να μη χάσει τη διαδρομή. Αμέσως μετά, η σήμανση επαναφέρει τους αθλητές με έναν μικρό απότομο ανήφορο ξανά στο μονοπάτι, το οποίο βέβαια είναι εμφανέστατο.

Το τοπίο γύρω είναι εντελώς γυμνό από βλάστηση ενώ η κατηφορική του κλίση είναι μικρή και σταδιακά καθώς αυτό βγαίνει πάνω σε ράχη με θέα δεξιά κι αριστερά, σχεδόν εκμηδενίζεται. Η σήμανση εδώ είναι εμφανέστατη, με μεταλλικούς πασσάλους και στοίβες από πέτρες, η μια πάνω στην άλλη. Λίγο μετά η ευθεία γίνεται και πάλι ανήφορος, με χαρακτηριστικό όμως το ίχνος του μονοπατιού, που κινείται σε περισσότερο πετρώδες τοπίο απ ότι προηγουμένως και κινείται εμφανώς πάνω σε ράχη. Λίγο πιο πάνω εμφανίζεται ένα κτίσμα σχεδόν στο τέρμα του ανήφορου και λίγο δεξιά. Πρόκειται για ένα παλιό κτίριο που χτίστηκε πριν πολλά χρόνια για να στεγάσει μετεωρολογικό σταθμό, ακριβώς κάτω από την κορυφή του Αγιαντώνη, μόλις 10 μέτρα χαμηλότερα από το ψηλότερο σημείο εκεί, που φτάνει στα 2817 μέτρα. Εδώ στο Κ-63 της διαδρομής και μπροστά στο κτίριο, βρίσκεται Σημείο Ελέγχου όπου καταγράφεται το πέρασμα των αθλητών! Το κτίσμα μπορεί να προσφέρει προσωρινό καταφύγιο σε περίπτωση κακών καιρικών συνθηκών.

Η περιοχή Αγιαντώνη και Μπάρας, με τα βέλη να δείχνουν τη φορά της διαδρομής. Είναι σαφές το σημείο του σταθμού "Μπάρα", με το χαρακτηριστικό λιφτ του χιονοδρομικού πουτελειώνει εκεί.

Από εδώ ξεκινά ένας κακοτράχαλος κατήφορος ενός χιλιομέτρου, ο πιο απότομος σε όλη τη διαδρομή του αγώνα! Η κλίση μεγάλη και το έδαφος σαθρό με πέτρες ελεύθερες που δυσκολεύουν την κίνηση. Ωστόσο το ίχνος είναι αρκετά σαφές για την ποιότητα του εδάφους και το χαρακτηριστικό είναι οι μεταλλικοί πάσσαλοι που τοποθετήθηκαν πριν χρόνια με σκοπό τον προσανατολισμό των ορειβατών σε χειμερινές συνθήκες. Απαιτείται προσοχή και ο πιο σίγουρος τρόπος κίνησης είναι ο εντοπισμός του αμέσως επόμενου πασσάλου από τον προηγούμενο. Η απόσταση μεταξύ των πασσάλων δεν είναι σταθερή αλλά ο μέσος όρος είναι περίπου 20 μέτρα. Σύντομα, η απότομη κατάβαση τελειώνει και αυτό γίνεται αισθητό με τη μείωση της κλίσης, ενώ στο βάθος ξεπροβάλει ένα μικρό κτίσμα, προς το οποίο κατευθυνόμαστε. Όσο η κλίση μειώνεται, τόσο το ίχνος γίνεται πιο αχνό, όμως σύντομα το μονοπάτι συναντά έναν υποτυπώδη χωματόδρομο –μετά βίας ξεχωρίζουν οι ροδιές πάνω του- τον οποίο και ακολουθούμε στα αριστερά και κατηφορικά, έχοντας πια ακόμα πιο κοντά στο οπτικό μας πεδίο το μικρό κτίριο με τη χαρακτηριστική στέγη, όπως και τις μεγάλες μεταλλικές εγκαταστάσεις της χιονοδρομικής πίστας που λειτουργεί εκεί το χειμώνα. Σύντομα φτάνουμε στην καλύβα, η οποία λειτουργεί σαν ορειβατικό καταφύγιο ανάγκης «Μηγκοτζίδης». Εκεί βρίσκεται και ο σταθμός υποστήριξης «Μπάρα», σε υψόμετρο 2350 μέτρων, στο Κ-64 της διαδρομής.

Κοιτώντας το μικρό καταφύγιο ανάγκης στο σταθμό της Μπάρας. Τα κόκκινα βέλη δείχνουν την πορεία άφιξης και αναχώρησης απ το Σταθμό. Μικρές πινακίδες όπως η συγκεκριμένη (13) έχουν τοποθετηθεί για τις ανάγκες του Χιονοδρομικού Κέντρου.

Από το καταφύγιο, η διαδρομή ακολουθεί για τα πρώτα 50 μέτρα το δρόμο της επιστροφής σχεδόν, ανηφορίζοντας και πάλι πίσω, κάπου εκεί όμως η διαδρομή παίρνει άλλη κατεύθυνση, καθώς στρέφεται ανατολικά. Στα πρώτα 150 μέτρα από το σταθμό, το μονοπάτι ισορροπεί σε ευθεία κλίση και κατηφορίζει ελαφρά, πάντα σε γυμνό, αλπικό τοπίο, ενώ ταυτόχρονα σχηματοποιείται καλύτερα το ίχνος του στο έδαφος. Μετά από κάποιες ασήμαντες στροφές, το μονοπάτι σταθεροποιείται σε μια πλαγιά την οποία και πλαγιοδρομεί σε ευθεία για ένα χιλιόμετρο, χωρίς ανεβάσματα ή κατεβάσματα. Στη συνέχεια, μια δεξιά στροφή 90 μοιρών γυρνά τη διαδρομή προς τον νότο και το μονοπάτι βγαίνει σταδιακά από πλαγιά σε κάτι σαν κεκλιμένο, κατηφορικό οροπέδιο. Εδώ είναι η τοποθεσία «Μπάρες» (=μικρές εποχικές λίμνες), ένα τεράστιο αλπικό βοσκοτόπι στην ουσία, που παλιότερα φιλοξενούσε τα καλοκαίρια μεγάλα κοπάδια ζώων. Τώρα πια, συχνάζουν εδώ μικρά κοπάδια από άγρια, ελεύθερα άλογα.

Στην περίπτωση που ο καιρός είναι κλειστός από σύννεφα, κάτι συνηθισμένο στην περιοχή, απαιτείται προσοχή από εδώ που το μονοπάτι κινείται σε επίπεδες εκτάσεις και στα επόμενα 1000 μέτρα, καθώς το ίχνος είναι μεν σαφές, βρίσκεται όμως σε πεδίο γυμνό από βλάστηση και σε κάποιο βαθμό σε αποσαθρωμένο χωμάτινο έδαφος, το οποίο μπορεί να προκαλέσει σύγχυση σε ανύποπτο χρόνο. Γνωρίζοντας αυτή την ιδιομορφία της περιοχής, η διοργάνωση του αγώνα σηματοδοτεί πυκνά το τμήμα αυτό με διάφορους τρόπους, προκειμένου να διασφαλίσει τη ασφαλή διέλευση των αθλητών από αυτό το κρίσιμο τμήμα της διαδρομής. Το τέλος του κρίσιμου τμήματος είναι μια μικρή ανηφόρα, με το ίχνος να γίνεται όλο και πιο αδύναμο, μέχρι να ενωθεί με ένα σαφέστατο και με ξεκάθαρο και φαρδύ ίχνος, στο Κ-67 της διαδρομής. Το νέο αυτό μονοπάτι, κινείται δεξιά (νότια) και ελαφρά ανηφορικά.

Για το επόμενο 1,5 χιλιόμετρο το μονοπάτι κινείται σε πλαγιά και έχει ανεπαίσθητα ανηφορική κλίση, με τον ανήφορο της πλαγιάς στα αριστερά μας και τον κατήφορο στα δεξιά μας. Φτάνοντας στον αυχένα που σχηματίζουν οι κορυφές Κακάβρακας και Μεταμόρφωση, η κλίση του μονοπατιού γίνεται μεγαλύτερη, για να εκμηδενιστεί στο τέλος και να βγει σε κάτι που περισσότερο θυμίζει οροπέδιο παρά διάσελο! Εκεί, σε υψόμετρο 2510 μέτρα και στο Κ-69 της διαδρομής, βρίσκεται το Σημείο Ελέγχου «Σκαμνιά», όπου γίνεται καταγραφή (μόνο) των αθλητών.

Χαρακτηριστική πινακίδα του μονοπατιού Ο2 στο οροπέδιο της Μπάρας (Κ-66). Στο βάθος φαίνεται το διάσελο (αυχένας) ανάμεσα στις κορυφές Μεταμόρφωση (αριστερά) και Κακάβρακας (δεξιά). Ακριβώς εκεί κατευθύνεται το μονοπάτι που ακολουθεί ο αγώνας

Από εδώ και μετά ξεκινά ένας μεγάλος και συνεχόμενος κατήφορος σε αλπικό, γυμνό τοπίο, ο οποίος διαρκεί 6 χιλιόμετρα και κατεβάζει στο τέλος τη διαδρομή στα 1500 μέτρα υψόμετρο, όταν θα φτάσει στην τοποθεσία Χαρβαλόβρυση, όπου και το επόμενο σημείο υποστήριξης του αγώνα! Η κατάβαση γίνεται σε σαφές ίχνος στην περιοχή «Σαράντα Καγκέλια», που πήρε το όνομά της από τα συνεχόμενα ζιγκ-ζαγκ του μονοπατιού στην πλαγιά. Η βλάστηση αποτελείται στα πρώτα 3-4 χιλιόμετρα από μικροσκοπικούς θάμνους, που δεν ξεπερνούν σε ύψος τα λίγα εκατοστά! Η σηματοδότηση εδώ δεν είναι πυκνή λόγω απουσίας δεντρώδους βλάστησης, όμως είναι επαρκής και δεν αφήνει αμφιβολίες. Σημειωτέον, πως το μονοπάτι έχει και παλιά ξεθωριασμένη σήμανση με το χαρακτηριστικό «Ο2», αποτελώντας κάποτε το ομώνυμο μονοπάτι με αυτόν τον κωδικό. Πιο κάτω κάνουν την εμφάνισή τους σποραδικά κάποια πρώτα μοναχικά δέντρα και θα χρειαστεί αρκετός δρόμος ακόμα μέχρι το τοπίο να χαρακτηρίζεται από πυκνή βλάστηση πεύκων, που σχηματίζουν πλέον δάσος. Η νότια πλευρά του Ολύμπου εδώ, δεν χαρακτηρίζεται από πυκνή βλάστηση σε αυτά τα υψόμετρα. Καθώς η διαδρομή κινείται πλέον μέσα σε βλάστηση πεύκου, το μονοπάτι γίνεται φαρδύτερο και σαφέστερο και η κλίση του εξομαλύνεται συνεχώς. Στο τέλος φτάνουμε σε ένα μεγάλο πλάτωμα-ξέφωτο, στο οποίο φτάνει και κτηνοτροφικός-δασικός χωματόδρομος. Εδώ είναι η τοποθεσία «Χαρβαλόβρυση», όπου βρίσκεται το ομώνυμο σημείο ελέγχου, το οποίο προσφέρει και νερό (μόνο) στους αθλητές. Εδώ βρισκόμαστε στο Κ-75 της διαδρομής και σε υψόμετρο 1500 μέτρων.

H χαρακτηριστική κατάβαση από το διάσελο του Σημείου Ελέγχου "Σκαμνιά" μέχρι τη "Χαρβαλόβρυση". Είναι τα λεγόμενα "40-Καγκέλια" και φαίνονται σαν συνεχόμενα ζιγκ-ζαγκ. Αμέσως μετά τη Χαρβαλόβρυση η διαδρομή κάνει στροφή 90 μοιρών προς τα ανατολικά, ακολουθώντας έναν αμαξητό χωματόδρομο

Από τη Χαρβαλόβρυση και μετά η διαδρομή αλλάζει ύφος για μερικά χιλιόμετρα, καθώς κινείται σε αμαξητό χωμάτινο δρόμο! Στο πλάτωμα της Χαρβαλόβρυσης στρίβουμε αριστερά με ανατολική κατεύθυνση, κατηφορίζοντας ένα υποτυπώδες μονοπάτι ανάμεσα σε θάμνους ενώ μπροστά και χαμηλά κάτω ανοίγεται η θέα ενός δρόμου. Φτάνοντας σ αυτόν βλέπουμε έντονα τα σημάδια της κτηνοτροφίας σε υπέρτατο βαθμό, τόσο που πρέπει να ψάξουμε πως θα προσπεράσουμε τα πρώτα 20 μέτρα! Ακολουθούμε τον δρόμο προς τα αριστερά! Τα πρώτα 200 μέτρα είναι ανηφορικά αλλά μετά ισορροπεί ως προς την κλίση του και κινείται ευθεία σε ανοιχτό, γυμνό τοπίο με ελάχιστους θάμνους τριγύρω. Λίγο ακόμα και μπαίνει σε δάσος με μεγάλα έλατα. Σε απόσταση 2 χιλιομέτρων από τη Χαρβαλόβρυση, ο δρόμος συναντά άλλον μεγαλύτερο, καλύτερης βατότητας, σε στροφή (φουρκέτα) του. Εδώ ακολουθούμε την αριστερή πλευρά του δρόμου αυτού και κινούμαστε πάνω του. Συνεχίζοντας στον κεντρικό αυτό δρόμο που οδηγεί σε βοσκότοπους της περιοχής, στα 2 χιλιόμετρα συναντάμε διχάλα αλλά είναι προφανές ότι συνεχίζουμε ευθεία στο καλό ίχνος και όχι αριστερά, ανηφορικά, σε δευτερεύοντα δρόμο που οδηγεί σε κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Μισό χιλιόμετρο ακόμα και φτάνουμε σε πετρόχτιστη βρύση με ποτίστρες για τους κτηνοτρόφους. Πρόκειται για τη βρύση λίγο πριν την τοποθεσία «Μπιχτέσι». Εδώ, στο Κ-80 της διαδρομής και σε υψόμετρο 1280 μέτρων βρίσκεται ο ομώνυμος σταθμός, ο 10ος του αγώνα.

Μετά το σταθμό μια μικρή ανηφόρα για λίγες εκατοντάδες μέτρα φέρνει τη διαδρομή σε ανοιχτό λιβάδι, το βοσκοτόπι που για πολλές γενιές χρησιμοποιείται από τους αγελαδοτρόφους της περιοχής και είναι γνωστό ως «Μπιχτέσι», σε υψόμετρο 1280 μέτρα. Συνεχίζοντας αυτό τον δρόμο που κατηφορίζει ελαφρά και με σταθερό ρυθμό, διανύουμε πάνω του σχεδόν ένα χιλιόμετρο, φτάνοντας σε διχάλα, που τον χωρίζει στα δύο. Εδώ στρίβουμε αριστερά και διαπιστώνουμε εξαρχής ότι υπάρχει ανηφορική κλίση ενώ η βατότητα δεν είναι του ίδιου επιπέδου με πριν. Παραμένουμε μέσα στο δρόμο για τα επόμενα 3 χιλιόμετρα και τον ακολουθούμε, χωρίς να φύγουμε δεξιά ή αριστερά! Καθώς η απόσταση κυλά, διαπιστώνουμε ότι θάμνοι ξεπροβάλουν μπροστά μας, μέσα στο δρόμο, ο οποίος σταδιακά δείχνει όλο και περισσότερο εικόνα εγκατάλειψης, με γρασίδι φυτρωμένο παντού. Εδώ υπάρχει και σηματοδότηση του αγώνα, για επιβεβαίωση αλλά και άλλη σηματοδότηση (κίτρινο/κόκκινο) από τοπικούς ορειβατικούς συλλόγους.

Προς το διάσελο της Μεταμόρφωσης (CP Σκαμνιά Κ-68)

Σε κάποια δεξιά και κατηφορική φουρκέτα του δρόμου, ο οποίος στο μεταξύ έχει καταστεί αδιάβατος από αυτοκίνητο, κάπου στο Κ-85 και σε υψόμετρο 1350 μέτρων, υπάρχει έντονη σήμανση με κάθε μέσο, που δείχνει το ξεκίνημα ενός μονοπατιού το οποίο και ακολουθεί η διαδρομή του αγώνα. Το μονοπάτι φεύγει κατευθείαν κατηφορικά και είναι εντελώς ασαφές και επικίνδυνο στα πρώτα λίγα μέτρα του. Κινείται ανάμεσα σε μεγάλους βράχους που έπεσαν κάποτε εκεί από τη διάνοιξη του δρόμου. Αμέσως μετά όμως γίνεται σταδιακά ομαλό και στρέφεται αριστερά, κινούμενο αρχικά σε θαμνότοπο και στη συνέχεια σε δάσος με πεύκα και οξιές. Ακολουθεί μια σύντομη βουτιά σε ρεματιά χωρίς όμως νερό στο βάθος της και στη συνέχεια σταθερός ανήφορος για μερικές εκατοντάδες μέτρα, μέχρι να ισορροπήσει η κλίση του σε κάποιο βαθμό. Όλη αυτή η περιοχή, μέχρι τον επόμενο σταθμό του αγώνα, ονομάζεται «Μέγα-Πλάι» και έχει νότιο προσανατολισμό, που είναι και ο λόγος για την κυριαρχία του πεύκου σε όλες αυτές τις πλαγιές. Η θέα από εδώ είναι προς το χαμηλότερο βουνό του Κάτω Ολύμπου, που βρίσκεται στα νότια και χωρίζεται από τον Πάνω Όλυμπο με δυο βαθιές ρεματιές που οδηγούν προς τη θάλασσα. Το ίχνος του μονοπατιού είναι σαφέστατο αλλά η βατότητά του σε αρκετά σημεία μέτρια. Το χαρακτηριστικό στοιχείο είναι πως πουθενά δεν υπάρχει κάποια διασταύρωση με άλλο μονοπάτι ή κάποια διακλάδωσή του! Κάποια στιγμή, γίνεται μια ανηφορική έξοδος του μονοπατιού σε ξέφωτο πάνω σε πλατιά ράχη. Φτάνοντας εκεί, μπορούμε να δούμε μπροστά και χαμηλά, σε απόσταση 300 μέτρων περίπου, ένα κτίσμα. Πρόκειται για το καταφύγιο στην τοποθεσία «Άνω Πηγάδι», στο οποίο μας οδηγεί ή σαφής σήμανση στο εκτεταμένο ξέφωτο.

Στο καταφύγιο αυτό φτάνει κακής βατότητας χωματόδρομος από την παραλιακή Λεπτοκαρυά. Εδώ, σε υψόμετρο 1415 μέτρων και στο Κ-88 της διαδρομής, βρίσκεται ο 11ος ομώνυμος και τελευταίος σταθμός του αγώνα, στον οποίο υπάρχουν πολλές δυνατότητες για να αναλάβει δυνάμεις ένας αθλητής, καθώς η κόπωση είναι ήδη έντονη για τους περισσότερους! Προσοχή, στο σταθμό αυτό γίνεται έλεγχος του υποχρεωτικού εξοπλισμού όλων ανεξαιρέτως των αθλητών.

Από το καταφύγιο η διαδρομή ακολουθεί το χωματόδρομο που βρίσκεται στην πίσω πλευρά του και υψομετρικά λίγο ψηλότερα από αυτό, με κατεύθυνση αρχικά δυτική. Ο χωματόδρομος είναι επίπεδος, χωρίς κλίσεις, με εξαίρεση μια ανεπαίσθητη κατηφορική προοπτική στο ανάπτυγμα του 1,5 χιλιομέτρου μέχρι εκεί που πλέον σταματά ως «τυφλός», στο Κ-89,5. Η συνέχεια της διαδρομής είναι από εκεί και για τα επόμενα αρκετά χιλιόμετρα σε μονοπάτι! Ένα όμορφο μονοπάτι, με ιστορική σημασία για τους ντόπιους, αφού για πολλές γενιές χρησιμοποιούταν και για εμπορικές μετακινήσεις ανάμεσα στο Λιτόχωρο και στα χωριά του νότιου Ολύμπου.

Αρχικά, το μονοπάτι κινείται χωρίς σοβαρές μεταβολές υψομετρικά, μέσα σε δάσος με μεγαλόκορμα πεύκα και σε λίγο βγαίνει σε μεγάλο ξέφωτο (τοποθεσία Πνάκια), για να ξαναμπεί σε δάσος, οξιάς όμως τώρα, μια και ο προσανατολισμός της πλαγιάς έχει αλλάξει και ευνοεί την ανάπτυξη πλατύφυλλων. Εδώ το μονοπάτι αποκτά για λίγο μια ανηφορική κλίση και σύντομα γίνεται πάλι επίπεδο, με φαρδύ ίχνος, σημάδι της σημασίας και χρήσης του στο παρελθόν! Κάποια στιγμή προσπερνά μια μικρή, ξύλινη βρύση που στέκει λίγα μέτρα πιο ψηλά απ το μονοπάτι. Το νερό της λιγοστό τους καλοκαιρινούς μήνες αλλά παγωμένο!

H θέα από τη Ράχη Κωστή προς το Λιτόχωρο και τη θάλασσα

Βρισκόμαστε ήδη στο ονομαστό Δάσος της Μάλτας, που χαρακτηρίζεται από τις μεγάλες οξιές, καθώς έχουν βορεινό προσανατολισμό οι πλαγιές εδώ και καθώς το δάσος δεν ξυλεύεται, δεκαετίες τώρα! Σταδιακά κατηφορίζουμε, με το μονοπάτι να χάνει σε βατότητα, με πέτρες και ρίζες, αφού εδώ και χρόνια στο συγκεκριμένο τμήμα ξέφυγε από την παλιά χάραξη. Λίγο μετά, κάπου στο Κ-91 της διαδρομής περνάμε μια ρηχή ρεματιά, με χαρακτηριστικό τη βράχινη κοίτη της! Είναι η τοποθεσία «Αγαστέρνες», όπου το καλοκαίρι κυλά πλέον ελάχιστο νερό, που φυσικά είναι πόσιμο. Αμέσως μετά από το χαρακτηριστικό αυτό σημείο βγαίνουμε σε πλαγιά και πάλι, η οποία όμως δείχνει να έχει πολύ φτωχή βλάστηση, σε μια αρκετά εκτεταμένη περιοχή (πάνω από 500 μέτρα για το μονοπάτι). Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι κάποτε εδώ μια μεγάλη πυρκαγιά κατέκαψε μια μεγάλη έκταση και όσο κι αν πέρασαν χρόνια από τότε, ελάχιστα ήταν τα δέντρα εκείνα που φύτρωσαν και κυρίως κάποιες καχεκτικές λεύκες. Εδώ χωρίς να υπάρχει αμφιβολία για το ίχνος του μονοπατιού χρειάζεται λίγη παραπάνω προσοχή. Σταδιακά η βλάστηση επανέρχεται λίγο πιο πέρα, με αραιά πεύκα που σύντομα πυκνώνουν και μπροστά μας ανάμεσα από τους κορμούς ξεπροβάλει στο βάθος η θάλασσα αλλά και ο οικισμός του Λιτοχώρου! Είμαστε στη «Ράχη Κωστή» στο Κ-92 της διαδρομής.

Από εδώ το μονοπάτι κάνει χαρακτηριστική βουτιά στις δασωμένες πλαγιές μπροστά του κατευθυνόμενο βόρεια σε γενικές γραμμές. Στην αρχή περνά από αμιγές δάσος πεύκου, όπου δεξιά κι αριστερά βλέπουμε πεσμένους ξερούς κορμούς, απομεινάρι της μεγάλης πυρκαγιάς που λίγο πιο πίσω κατέκαψε τα πάντα. Εδώ είναι η περιοχή του «Ζήσκα». Κατηφορίζοντας κι άλλο μπαίνουμε σταδιακά σε δάσος οξιάς, η κατηφορική κλίση γίνεται ηπιότερη και η δασική βλάστηση πυκνώνει περισσότερο. Κάποια στιγμή το μονοπάτι ανηφορίζει, για λίγο όμως, πριν ξαναπάρει τις κατηφόρες, περνώντας από χαρακτηριστικές, όμορφες γωνιές του δάσους, που κάποτε ήταν τόποι κτηνοτρόφων και τώρα η βλάστηση κυρίεψε τα πάντα. Το ίχνος του μονοπατιού ωστόσο είναι ξεκάθαρο ανάμεσα σε ψηλόκορμα δέντρα και φτέρες που φτάνουν στο ύψος του ανθρώπου!

Σταδιακά, και ενώ κατηφορίζουμε κι άλλο, αρχίζει να ακούγεται στο βάθος η βουή από νερό που κυλάει σε ρεματιά. Είναι σημάδι πως πλησιάζουμε στην κεντρική ρεματιά της «Σκανταλιάρας», ένα κομβικό σημείο λίγο πριν τον τερματισμό του αγώνα. Ένας απότομος σχετικά κατήφορος μέσα σε πυκνό δάσος οξιάς μας φέρνει σε ρυάκι, το οποίο το μονοπάτι περνά απέναντι. Είναι το ρέμα του «Κωστή», κάπου στο Κ-95 της διαδρομής. Εννοείται πως το νερό είναι πεντακάθαρο και πόσιμο, έχει δε καλή ροή ακόμα και τους καλοκαιρινούς μήνες. Ένας σύντομος ανήφορος υπάρχει αμέσως μετά, με χαρακτηριστικούς μεταλλικούς στύλους στα αριστερά του μονοπατιού, αμέσως μόλις περάσουμε το ρυάκι! Πρόκειται για υπολείμματα της παλιάς περίφραξης του πυρήνα του Εθνικού Δρυμού, τα οποία τοποθετήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Μετά το σύντομο ανήφορο ακολουθεί οριστικά πλέον ένας μακρύς κατήφορος σε πυκνό δάσος οξιάς, με τα σημάδια της περίφραξης να έχουν διαρκή παρουσία στα αριστερά του μονοπατιού κι αυτό γιατί όταν οριοθετήθηκε τότε ο αποκαλούμενος «πυρήνας», λήφθηκε μέριμνα να μην αποκλείσει το μονοπάτι που αποτελούσε τον κεντρικό άξονα μετακινήσεων κτηνοτρόφων και υλοτόμων.

Λεπτομέρεια του χάρτη για την περιοχή της Σκανταλιάρας

Σε λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μετά το Ρέμα Κωστή το μονοπάτι βγαίνει σε χωματόδρομο, συναντώντας ένα ξύλινο κιόσκι και ένα ακόμα ρυάκι να κυλά εκεί! Εδώ στο Κ-96 της διαδρομής και σε υψόμετρο 850 μέτρα είναι το Σημείο Ελέγχου «Σκανταλιάρα». Από εδώ η διαδρομή του ΟΜΤ ακολουθεί το αριστερό σκέλος του δρόμου, άρα ο αθλητής περνά τα νερά που κυλούν στην απέναντι πλευρά τους και κινείται πάνω στον δασικό δρόμο με ανατολική κατεύθυνση για τα επόμενα 2,5 χιλιόμετρα. Ο δρόμος είναι καλής βατότητας και αρκετά φαρδύς, έχει δε σήμανση της διαδρομής σε αραιά διαστήματα πάνω σε κορμούς δέντρων. Μετά από μια εκτεταμένη ανάβαση του δρόμου και μια ευθεία του στη συνέχεια, με τη θέα να ανοίγει στα δεξιά αποκαλύπτοντας περιοχές που περάσαμε νωρίτερα αλλά και τη θάλασσα μπροστά στο βάθος, φτάνουμε σε αριστερή στροφή 90 μοιρών. Ακριβώς εκεί, στο Κ-98,5 της διαδρομής, αφήνουμε το δρόμο και βγαίνουμε δεξιά και κατηφορικά σε υποτυπώδες μονοπάτι με εξαιρετική όμως σήμανση.

Αρχικά προσπερνάμε κατηφορίζοντας απότομα και ένα μικρό τσιμεντένιο κτίσμα και αμέσως μετά το μονοπάτι εξομαλύνεται εντελώς και στρέφεται αριστερά. Μέσα σε πυκνό δάσος ακολουθούμε το καλογραμμένο μονοπάτι για περίπου 400 μέτρα και βγαίνουμε σε ξέφωτο! Εδώ ακριβώς, άλλο κατηφορικό μονοπάτι φεύγει κι αυτό απότομα δεξιά και κρύβεται σε λίγα μέτρα μέσα σε ψηλούς θάμνους (πουρνάρια). Πρόκειται για το τελικό τμήμα της διαδρομής πριν τον τερματισμό και είναι ίσως η πλέον επικίνδυνη κατηφόρα σε όλη τη διαδρομή των 100 χιλιομέτρων! Προσεκτικά κατηφορίζουμε, προσπαθώντας να μη γλιστρήσουμε, δεδομένης της ολισθηρότητας σε κάθε είδους συνθήκες (είτε βρεγμένο είτε στεγνό μονοπάτι). Εδώ είναι τόσες πολλές οι λεπτομέρειες αλλά και τόση η φροντίδα για το μονοπάτι ου δεν υπάρχει λόγος περιγραφής αυτών των τελευταίων 800 μέτρων. Η απώλεια υψομέτρου είναι θεαματική πάντως καθώς μέσα σε 700 μέτρα το επίπεδο κατεβαίνει 200 μέτρα! Μια μικρή ευθεία ανάμεσα σε ψηλούς κορμούς δέντρων και το τέλος γίνεται με έξοδο στην πρασινάδα του κεντρικού χώρου του Αηγιάννη, όπου και ο τερματισμός μετά από 100 χιλιόμετρα διαδρομής!   

 

  1. Αηγιάννης-Πριόνια  |  2. Πριόνια-Λιτόχωρο  |  3. Λιτόχωρο-Κορομηλιά  |  4. Κορομηλιά-Σκολιό  |  5. Σκολιό-Αηγιάννης