Mythical > Διαδρομή > 4. Κορομηλιά – Σκολιό

Από το καταφύγιο της Κορομηλιάς, ξεκινά η μακριά ανάβαση προς το Οροπέδιο των Μουσών, στο οποίο φτάνει μετά από 10 και πλέον χιλιόμετρα, έχοντας κερδίσει αναβαση τουλάχιστον 2500 μέτρων! Αρχικά, το μονοπάτι κινείται σε νεαρό και πυκνό δάσος πέυκου, σύντομα όμως το αμιγές δάσος πεύκου αποκτά μεγαλύτερα δέντρα. Χαρακτηριστικό για τα πρώτα 2 χιλιόμετρα είναι το μαύρο λάστιχο που εφάπτεται του μονοπατιού, το οποίο υδροδοτεί το καταφύγιο από πηγή αρκετά ψηλότερα, στην καρδιά του βουνού. Το αμιγές δάσος πεύκου, μετά το πρώτο χιλιόμετρο αρχίζει να αποκτά μικτό χαρακτήρα, με την προσθήκη οξιάς. Μετά από τα πρώτα στιφογυρίσματα του μονοπατιού στις ανηφόρες πάνω απ το καταφύγιο, αρχίζουν τμήματα ανηφορικά μεν, χωρίς ιδιαίτερες στροφές δε, με μια μόνιμη δυτική κατεύθυνση αλλά με κλίσεις ανεκτές, ενώ το ίχνος είναι καλό και το μονοπάτι αρκετά φαρδύ σε σχέση με το πλάτος που είχε πριν προσεγγίσει το καταφύγιο.

 

Ένα χαρακτηριστικό τμήμα στο Κ-46,5 περίπου, είναι ένα κομμάτι δάσους που αποτελείται μόνο από μεγαλόκορμες οξιές. Εκεί, υπάρχει κι ένα πέτρινο παγκάκι για να ξεκουράζονται οι πεζοπόροι στην πορεία τους. Εδώ, λόγω της συγκεκριμένης βλάστησης υπάρχει πάντα μια ξεχωριστή δροσιά το καλοκαίρι. Μερικές όμορφες στροφές του μονοπατιού σε αμιγές δάσος οξιάς, φέρνουν το μονοπάτι σ ένα μικρό και επίπεδο ξέφωτο του δάσους, στη “Μπάρα”, σε υψόμετρο 1330 μέτρων. Εδώ τελειώνουν οι ήπιες κλίσεις του τελευταίου χιλιομέτρου και σχετικές πινακίδες πληροφορούν τον πεζοπόρο ότι στην αριστερή ανηφορική κατεύθυνση συνεχίζεται το μονοπάτι για την Πετρόστρουγκα. Αν προσέξει κάποιος το μαύρο λάστιχο ύδρευσης, θα διαπιστώσει ότι από το σημείο των πινακίδων και πιο πάνω, αυτό χάνεται πλέον! Κι αυτό γιατί συνεχίζει σε άλλη κατεύθυνση, οδεύοντας προς την πηγή από όπου μεταφέρει το νερό στο καταφύγιο. Ένας έντονος ανήφορος αρχικά, σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή και είναι ξεκάθαρο το φαινόμενο. Το μονοπάτι γίνεται περισσότερο αδρύ και δεν έχει πλέον την αίσθηση της άνεσης που είχε μέχρι το μικρό επίπεδο ξέφωτο νωρίτερα. Αρχίζουν για μια ακόμα φορά τα καγκέλια (ζιγκ-ζαγκ), που υπάρχουν κάθε φορά στα μονοπάτια όταν αυτά ανηφορίζουν σε μεγάλες κλίσεις. Το ίχνος είναι σαφέστατο φυσικά και μάλιστα σποραδικά βρίσκει κανείς και σκαλοπάτια, που τοποθετήθηκαν για να γίνεται ευκολότερη η κίνηση των πεζοπόρων.

 

Λίγο πιο πάνω (Κ-47,2 Υψ.1400) σε δεξιά ανηφορική στροφή βρίσκονται πράσινες πινακίδες με κίτρινα γράμματα σε δέντρο, οι οποίες πληροφορούν ότι δευτερεύον μονοπάτι που φεύγει στα αριστερά οδεύει προς την τοποθεσία “Τραμπάλα”. Αυτό αποτελεί μια πληροφορία και μόνο, καθώς δεν αφορά τη διαδρομή του ΟΜΤ και δεν έχει σχέση μαζί της. Λίγα μέτρα πιο πάνω βρίσκουμε ξύλινα και τσιμεντένια σκαλοπάτια και οι στροφές του μονοπατιού συνεχίζονται, ενώ σταδιακά κάνουν την εμφάνισή τους τριγύρω κορμοί από πεύκα μεγαλύτερου υψομέτρου, με το χαρακτηριστικό τους λείο κορμό. Μετά από ατέλειωτες ακόμα κοφτές και ανηφορικές στροφές, το μονοπάτι βγαίνει σε χαρακτηριστικό επικλινές ξέφωτο, με παγκάκια για τους πεζοπόρους και ανοιχτή θέα προς τον νότο (Κ-49, Υψ.1780). Από εδώ, την τοποθεσία “Οξούλα” φαίνεται χαρακτηριστικά αλλά σε απόσταση το συγκρότημα των νότιων κορυφών του Ολύμπου (Καλόγερος). Στη συνέχεια και για αρκετή απόσταση, το μονοπάτι κινείται πάνω σε μια χαλαρή αλλά σαφή ράχη, μέ πυκνή βλάστηση πεύκου αλλά και οξιάς. Μετά από έναν χαρακτηριστικό ανεπαίσθητο κατήφορο λίγων βημάτων -το μόνο μέχρι εδώ από την Κορομηλιά- το μονοπάτι περνά κάτω από κάθετους βράχους στην αριστερή του πλευρά και κάνει μια απότομη ανάβαση μερικών δεκάδων μέτρων ανάμεσα σε οξιές, για να ξαναβγεί και πάλι στη ράχη λίγο μετά. Εκεί η κλίση μειώνεται χαρακτηριστικά και για λίγο το μονοπάτι γίνεται σχεδόν επίπεδο.

 

Στη συνέχεια, αρχίζει και πάλι η κλίση να αυξάνεται και το ίχνος να μην είναι τόσο ξεκάθαρο όσο πριν, ενώ κινείται δεξιά κι αριστερά μέσα σε πυκνό δάσος οξιάς. Υπάρχουν όμως παντού σημάδια που πληροφορούν τον πεζοπόρο για τη σωστή πορεία του. Μετά από 200 μέτρα περίπου σ αυτό το πεδίο, το μονοπάτι στρέφεται δεξιά και βγαίνει από το θόλο που δημιουργούσαν οι οξιές, σε μέρος με χαμηλό χορτάρι και αραιή βλάστηση νεαρών σχετικά ρόμπολων. Είναι το Κ-49,5 της διαδρομής και τώρα το μονοπάτι κινείται με μειωμένη κλίση ανάμεσα στο καταπράσινο έδαφος που περιτριγυρίζεται από τα χαρακτηριστικά ρόμπολα. Μετά από 200 ακόμα μέτρα, μια ξαφνική αριστερή στροφή του μονοπατιού και κάποιοι φυτευτοί βράχοι τριγύρω σηματοδοτούν την έξοδό του στα παλιοκόπρια της Πετρόστρουγκας. Υπολλείμματα από πρόχειρες κατασκευές δείχνουν ότι στο πολύ πρόσφατο παρελθόν εδώ υπήρχαν κτηνοτρόφοι με τα κοπάδια τους αλλά όχι πια εδώ και λίγα χρόνια. Εκτεταμένο επικλινές λιβάδι, παρουσιάζει μόνιμα εικόνα βομβαρδισμένου τοπίου από το σκάψιμο των υπεράριθμων αγριογούρουνων που αναζητούν την τροφή τους κάτω απ την επιφάνεια του εδάφους. Σε 100 περίπου μέτρα, το σχεδόν εξαφανισμένο μονοπάτι συμβάλλει στο κεντρικό μονοπάτι που ανηφορίζει προς το “Οροπέδιο”. Σ αυτό το σημείο, οι αθλητές του αγώνα, πρέπει να κινηθούν στην αριστερή και κατηφορική πλευρά του κεντρικού μονοπατιού, προκειμένου να συναντήσουν 100 μέτρα πιο κάτω το καταφύγιο της Πετρόστρουγκας, όπου βρίσκεται ο 7ος σταθμός υποστήριξης του ΟΜΤ, στο Κ-50 και σε υψόμετρο 1940 μέτρων. 

 

Η συνέχεια της πορείας του αγώνα γίνεται με την επιστροφή των αθλητών στα τελευταία 100 μέτρα που είχαν διανύσει πάνω στο κεντρικό μονοπάτι, που αναφέρθηκε πριν. Μετά, συνεχίζουν πάνω σ αυτό, για τα επόμενα πέντε τουλάχιστον χιλιόμετρα, μέχρι το μονοπάτι να φτάσει στο “Οροπέδιο των Μουσών”, όπου και ο επόμενος σταθμός υποστήριξης. Το ίχνος από εδώ και πέρα είναι εντελώς σαφές και δεν μπορεί να συγκριθεί σε βατότητα με αυτό που ακολούθησαν οι αθλητές μέχρι να φτάσουν από την Κορομηλιά στην Πετρόστρουγκα, καθώς χρησιμοποιείται καθημερινά το καλοκαίρι από εκατοντάδες πεζοπόρους αλλά και καραβάνια μουλαριών που κουβαλούν εφόδια στα δύο καταφύγια του Οροπεδίου. Αυτό γίνεται άμεσα σαφές και αντιληπτό, με το πλάτος του μονοπατιού να ξεπερνά το αντίστοιχο του προηγούμενου μονοπατιού και το ίχνος απόλυτα ξεκάθαρο. Από εδώ και πέρα, εξαιτίας του εξαιρετικού ίχνους, σταματά και η σηματοδότηση με τα ασπροκόκκινα σήματα πάνω σε δέντρα ή (και) βράχους. Αυτή πλέον περιορίζεται στην υφιστάμενη σηματοδότηση του συγκεκριμένου μονοπατιού, για την οποία η διοργάνωση του ΟΜΤ δεν φέρει καμμία ευθύνη και δεν έχει καμμία ανάμιξη.

 

Το μονοπάτι αρχικά κινείται με μικρές κλίσεις ανάμεσα σε αραιή βλάστηση μεγαλόκορμων ρόμπολων αλλά σχετικά σύντομα -όχι περισσότερο από 1,5 χιλιόμετρα- η βλάστηση αρχίζει να γίνεται χαμηλότερη, καθώς βρισκόμαστε πια σε υψόμετρο 2200 μέτρων, όπου βρίσκεται και το όριο της βλάστησης εδώ στον Όλυμπο. Από εδώ και πάνω ξεκινά η αποκαλούμενη “αλπική ζώνη” του βουνού, όπου φύονται ελάχιστα δέντρα (ρόμπολα), σε θαμνώδη μορφή. Η έξοδος του μονοπατιού στην αλπική ζώνη σηματοδοτείται από μια μεγάλη ανάβαση, με το μονοπάτι να στριφογυρίζει συνεχώς για να μειώσει τις κλίσεις. Σε κάποια σημεία κατακερματίζεται σε διαφορετικά σκέλη, όμως όλα ενώνονται και πάλι λίγο πιο πάνω σε ένα. Η μακρά ανάβαση διαρκεί λιγότερο από δύο χιλιόμετρα, καθώς το μονοπάτι τελειώνει το σκαρφάλωμά του στην όμαλή κορυφή της “Σκούρτας” (2476μ), κομβικό σημείο για την ανάβαση στο Οροπέδιο των Μουσών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μονοπάτι περνά ελάχιστα μέτρα από το τριγωνομετρικό τσιμεντένιο κολωνάκι της κορυφής, πριν πάρει μια βουτιά λίγων δεκάδων μέτρων για να βρεθεί στον αποκαλούμενο “Λαιμό” της Σκούρτας, τη μία και μοναδική ράχη-οδό σύνδεσης της Σκούρτας με το Οροπέδιο. Είναι η μοναδική κατηφόρα που μπορεί να συνατήσει κάποιος στο μακρύ δρόμο προς το Οροπέδιο των Μουσών.

 

Το τοπίο πάνω στο Λαιμό κόβει την ανάσα, ειδικά στα δεξιά του μονοπατιού, με χαοτικούς γκρεμούς που δίνουν την εντύπωση ότι οδηγούν στην άβυσσο! Μπροστά, ξεπροβάλουν για πρώτη φορά οι ψηλές κορυφές του Ολύμπου, με την εικονική μορφή του Στεφανιού ή “Θρόνου του Δία” (2909μ) να δεσπόζει ανάμεσά τους, στην εικόνα του οποίου χρωστά σε μεγάλο βαθμό τη φήμη του το “βουνό των θεών”. Ο “Λαιμός” έχει μήκος περίπου ένα χιλιόμετρο και βρίσκεται σε υψόμετρο 2400 μέτρων. Καθώς η ράχη αυτή σβήνει προσεγγίζοντας την απέναντι πλευρά που ορθώνεται απότομη μπροστά, το μονοπάτι πλαγιοδρομεί πλέον σε βραχωμένο πεδίο και ξεκινά έναν ανήφορο με καγκέλια, για να ολοκληρώσει λίγο ψηλότερα την προσέγγιση στο Οροπέδιο με ένα σύντομο, ομαλό, φαρδύ αλλά και αρκετά εκτεθειμένο πέρασμα, με το γκρεμό στα δεξιά, το αποκαλούμενο “Πέρασμα του Γιώσου” (απ’ το όνομα του ορειβάτη Γιώσου Αποστολίδη). Αμέσως μετά γίνεται σαφές ότι το πεδίο τριγύρω αλλάζει θεαματικά! Από βραχώδες και απόκρημνο, γίνεται ομαλό και χωμάτινο, χορταριασμένο. Λίγο πιο πέρα κι ενώ η κλίση μειώνεται σχεδόν εντελώς, υπάρχει διχάλα του μονοπατιού, με το αριστερό να είναι και το σκέλος που αφορά τον ΟΜΤ (το δεξί κατευθύνεται στο έτερο καταφύγιο του Οροπεδίου, το “Γ.Αποστολίδης”). Το αριστερό, μετά από έναν ανεπαίσθητο κατήφορο και μια ευθεία σε καταπράσινα αλπικά λιβάδια, παίρνει την τελική ήπια ανάβαση και φτάνει στο καταφύγιο “Χρήστος Κάκαλος”, σε υψόμετρο 2648μ. Εδώ, στο Κ-55,7 της διαδρομής, βρίσκεται και ο 8ος σταθμός υποστήριξης του αγώνα.

 

Από το καταφύγιο “Κάκαλος” το μονοπάτι κινείται σε ισοϋψή στα 2650 μέτρα, διαγράφοντας έναν κύκλο σχεδόν προκειμένου να φτάσει στη ρίζα του γιγάντιου βράχου του Στεφανιού και να συνεχίσει την πορεία του στη συνέχεια προς την άλλη πλευρά του βουνού. Καλής ποιότητας και βατότητας αρχικά, το μονοπάτι καθώς πλησιάζει κάτω από το Στεφάνι απαιτεί προσοχή γιατί στην κατηφορική πλευρά της πλαγιάς αναπτύσσονται απότομες κλίσεις που φυσικά κρύβουν σοβαρούς κινδύνους για τη σωματική ακεραιότητα του αθλητή! Το μονοπάτι όντας κάτω από το Στεφάνι, αρχίζει να ανηφορίζει αρκετά απότομα και λίγο αργότερα στρίβει σε αυχένα, την αποκαλούμενη “Κόκα” του Στεφανιού. Στρίβοντας, αντικρύζει κανείς το νότιο συγκρότημα κορυφών του βουνού, αυτό του Καλόγερου ενώ ταυτόχρονα μπαίνει στην περιοχή των διαβόητων “Ζωναριών”, μιας περιοχής του βουνού με έντονα τα γεωλογικά χαρακτηριστικά της. Τα πρώτα 100 μέτρα μετά τη στροφή της Κόκας είναι δύσκολα και εκτεθειμένα με έντονη διάβρωση του εδάφους, που πρόσφατα έχει παρασύρει χώματα και πέτρες και απαιτεί ιδιάιτερη προσοχή. Η συνέχεια είναι καλύτερη όμως, μόλις ένα Ζ του μονοπατιού παρουσιαστεί μπροστά μας αμέσως μετά. Το μονοπάτι είναι ουσιααστικά σκαμένο πάνω στη βραχώδη πλαγιά, που η θέα του ατέλειωτου και απόκρημνου κατήφορού της προς τα ανατολικά προκαλεί ίλιγγο! Η συνέχεια είναι μια συνεχής πλαγιοδρόμηση του μονοπατιού, με τις κορυφές να δεσπόζουν δεξιά πάνω. Απαιτείται αρκετή προσοχή, δεδομένου του πετρώδους πεδίου, όπου ξεπετάγονται συνεχώς φυτευτές πέτρες και συμπαγής βράχος ενώ αμέτρητες πέφτουν από την πλαγιά πάνω στο ίχνος. Σταδιακά, μετά από ένα χιλιόμετρο από το “Ζ”, η ελαφρά κατηφορική κλίση αρχίζει να μεγαλώνει έντονα και με μερικά καγκέλια λίγο μετά, φτάνει σε σταυροδρόμι μορφής “Τ”. Εκεί, το αριστερό και κατηφορικό σκέλος, οδεύει προς το Καταφύγιο Α και στα Πριόνια ενώ το δεξί και ελαφρά ανηφορικό, προς το Σκολιό.

 

Εδώ ακριβώς, στη διασταύρωση, στην τοποθεσία “Μεσορράχι”, βρίσκεται ένα σημείο-κλειδί της διαδρομής του αγώνα: το δεύτερο από τα δύο συνολικά χρονικά σημεία αποκλεισμού του ΟΜΤ, στις 18:00 ώρες από τη στιγμή της εκκίνησης (δηλαδή στις 11 το πρωί του Σαββάτου). Εδώ λειτουργεί το ομόνυμο “Σημείο Ελέγχου” και βρισκόμαστε στο Κ-59 της διαδρομής, σε υψόμετρο 2490 μέτρων. Φεύγοντας δεξιά από εδώ και μετά από αρκετές δεκάδες μέτρα εντελώς ήπιου ανήφορου, η κλίση αυξάνεται απότομα, καθώς το μονοπάτι αρχίζει να ανηφορίζει προς την κορυφή Σκάλα (2866μ), καλύπτοντας στο ένα χιλιόμετρο μέχρις εκεί, υψομετρική διαφορά 330 μέτρων! Δίκαια έχει κατακτήσει τον τίτλο του “Γολγοθά” -όπως αποκαλείται- ανάμεσα στον ορειβατικό κόσμο αυτή η διαβόητη ανηφόρα! Είναι μια εντελώς εχθρική κατάσταση για τον αθλητή αυτό το τμήμα του μονοπατιού. Με ελάχιστα καγκέλια, για να κόβουν την κλίση και στο μεγαλύτερο ανάπτυγμα χωρίς στέρεα πατήματα πάνω στο έδαφος. Ένας πραγματικός αγώνας, για να ανέβει κάποιος μέχρι επάνω. Η έξοδος του μονοπατιού κοντά στην κορυφή, γίνεται αντιληπτή από τη μείωση της κλίσης του. Εμείς ακολουθούμε το κεντρικό μονοπάτι, που ανάμεσα στις σκόρπιες πέτρες και τις τούφες χόρτο φαίνεται ξεκάθαρα προς τα πού πηγαίνει. Λίγο πιο κάτω λοιπόν από τη Σκάλα, το μονοπάτι στρέφεται αριστερά και γίνεται επίπεδο και αρκετά εμφανές. Ακολουθoύν περίπου 600 μέτρα με μικρά σκαμπανεβάσματα και τους εντυπωσιακούς των “Καζανιών” στα δεξιά του μονοπατιού, για να γίνει η τελική ανάβαση στην κορυφή “Σκολιό”, όπου βρίσκεται το ομώνυμο Σημείο Ελέγχου, στο Κ-61 της διαδρομής και σε υψόμετρο 2909 μέτρων! Αυτό είναι και το ψηλότερο σημείο της διαδρομής του αγώνα, γενικά!