Lost Trail > Περιγραφή Διαδρομής 3/3

Lost Trail > Περιγραφή Διαδρομής 3/3

 

3/3  >  Σταυρός - Μοναστήρι - Γκόλνα - Αηγιάννης  (Κ-38 έως Κ-55)

Τμήμα-1  |  Τμήμα-2  |  Τμήμα-3

 

Από το καταφύγιο στο Σταυρό, η διαδρομή του αγώνα κατηφορίζει αρχικά το μικρό δρομάκι και βγαίνει στην άσφαλτο του κεντρικού δρόμου Λιτοχώρου-Πριονιών. Τον ακολουθεί προς τα δεξιά, ανηφορίζοντας ελαφρά για μια απόσταση περίπου 200 μέτρων και εκεί τον αφήνει, μπαίνοντας αριστερά και κατηφορικά σε καλογραμμένο και σηματοδοτημένο μονοπάτι! Το μονοπάτι κινείται αρχικά κατηφορικά και μετά εξομαλύνει την κλίση του κι έτσι, με μικρά ανεβοκατεβάσματα μέσα στο δάσος διανύει το πρώτο 1,5 χιλιόμετρο, φτάνοντας σε δίστρατο! Στη διχάλα αυτή υπάρχουν οι σχετικές πινακίδες. Είναι η τοποθεσία «Χαντόλια» στο Κ-40 της διαδρομής. Εδώ ακολουθούμε το δεξί επίπεδο σκέλος, με ΝΔ κατεύθυνση, ταυτίζοντας την πορεία μας με την κατεύθυνση της πινακίδας προς «Μοναστήρι».

Η διαδρομή από εδώ και πέρα, ακολουθεί εντελώς ήπιες έως ανύπαρκτες κλίσεις για περισσότερο από ένα χιλιόμετρο, ενώ το ίχνος είναι εξαιρετικό, αφού πρόκειται για το παλιό και ιστορικό μονοπάτι που ακολουθούσαν για αιώνες οι Λιτοχωρίτες προκειμένου να προσεγγίσουν το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου αλλά και την τοποθεσία των Πριονιών, όπου υλοτομούσαν συστηματικά. Η πορεία γίνεται μέσα σε πυκνό δάσος, αρχικά με πεύκο και στη συνέχεια με οξιά, με διαρκείς εναλλαγές στη σύνθεσή του, όσον αφορά αυτά τα δύο είδη βλάστησης. Μετά από το πρώτο χιλιόμετρο, ένα μικρό ξέφωτο προηγείται από ένα μεγάλο τμήμα του μονοπατιού μέσα σε πολύ πυκνό και χαρακτηριστικό δάσος οξιάς. Είναι η τοποθεσία «Κρανιά». Το αρχικά ευθύ μονοπάτι, ξεκινά ήπιο ανήφορο, σε εξαιρετικό χωμάτινο τερέν. Η έξοδος αυτού του τμήματος σε ξέφωτο, μας φέρνει σε χαμηλότερη, θαμνώδη βλάστηση (πουρνάρια) στην τοποθεσία «Κουκουνάρα» και στη συνέχεια το μονοπάτι στρέφεται δυτικά, μέσα σε αμιγή βλάστηση πεύκου, χωρίς ιδιαίτερες κλίσεις και πάλι. Ανάμεσα από τα δέντρα ξεπροβάλλουν οι κορυφές του Αγιαντώνη και οι Σταυραϊτιές, μπροστά και στο βάθος, ενώ αριστερά μας το συγκρότημα του Καλόγερου, με τις χαμηλότερες πλαγιές του, απ όπου μερικά χιλιόμετρα αργότερα θα περάσει η διαδρομή του Lost. Στο πρώτο πραγματικά μεγάλο ξέφωτο σε ώμο της πλαγιάς, στο Κ-43, είναι η τοποθεσία «Ασπρόγειες», σε υψόμετρο 850 μέτρων. Από εδώ έχουμε εποπτική θέα σε όλο το νότιο και κεντρικό σύμπλεγμα κορυφών του Ολύμπου. Ένα πραγματικά στρατηγικό σημείο, ιδανικό για να ελέγξει κανείς όλη τη γύρω περιοχή!

Από εδώ το μονοπάτι συνεχίζει σαφέστατο, με κατηφορική πορεία αρχικά και ξαναμπαίνει μέσα στο δάσος, με δυτική κατεύθυνση και μικρά σκαμπανεβάσματα όσο αφορά τις κλίσεις του. Σε περίπου μισό χιλιόμετρο, με μια βουτιά, το μονοπάτι μπαίνει σε πολύ πυκνό δάσος οξιάς και φτάνει σε ρεματιά, όπου κυλούν λίγα νερά πηγής! Είναι η τοποθεσία «Πέντε Οξιές» στο Κ-44. Το νερό είναι εξαιρετικό και φυσικά πόσιμο! Συνεχίζοντας από εκεί, κατηφορίζουμε σταδιακά μέσα σε δάσος οξιάς και με αρκετές στροφές μέσα-έξω στην πλαγιά της ράχης της «Κυριακούς» (ή «Κυριακούλας») φτάνουμε όλο και πιο χαμηλά, όλο και πιο κοντά στη χαράδρα του Ενιπέα, ο οποίος ακούγεται στο βάθος αριστερά να κυλά τα νερά του. Ένα πέρασμα σχετικά κατηφορικό από βραχωμένη πλαγιά μας οδηγεί σε τοποθεσία-μπαλκόνι προς τα δυτικά, με το κτίσμα του παλιού μοναστηριού του Αγίου Διονυσίου να δεσπόζει σε σχετικά μικρή απόσταση. Είμαστε στην τοποθεσία «Μήτσου» και από εδώ ξεκινά μια βουτιά του μονοπατιού, που κατευθύνεται αριστερά, για να πέσει στις όχθες του Ενιπέα. Πρόκειται για 200 μέτρα απότομης κατάβασης, που απαιτεί προσοχή! Στο τέλος της, το μονοπάτι συναντά το γνωστό κεντρικό μονοπάτι Ε4, ακριβώς στην άκρη μιας ξύλινης γέφυρας.

Εδώ, στο Κ-43 της διαδρομής, στρεφόμαστε δεξιά και περνάμε αμέσως την ξύλινη γέφυρα! Στη συνέχεια το μονοπάτι απομακρύνεται απ το ποτάμι και μπαίνει σε πυκνό δάσος οξιάς κι αμέσως μετά ανηφορίζει για να βγει σύντομα στο περίφημο «Άγιο Σπήλαιο», όπου υπάρχει εκκλησάκι και πηγάζει παγωμένο, πόσιμο νερό! Συνήθως, πάντα κάποιοι επισκέπτες βρίσκονται εδώ και η εξήγηση είναι απλή: Σε λιγότερο από δύο χιλιόμετρα πιο πάνω φτάνει ο αυτοκινητόδρομος στο Μοναστήρι, και το Άγιο Σπήλαιο προσελκύει το ενδιαφέρον των εποχούμενων επισκεπτών του. Τσιμεντένια σκαλιά μας δείχνουν το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε από εδώ. Τα ανηφορίζουμε και συνεχίζουμε για ένα περίπου χιλιόμετρο πάνω σε φαρδύ και καλοπατημένο μονοπάτι, που μας οδηγεί στο Κ-45 δίπλα από το ποτάμι και πάλι στο σταθμό «Μοναστήρι» του αγώνα (υψόμετρο 820μ), όπου και η προτελευταία τροφοδοσία του αγώνα. Από εδώ απομένουν ακριβώς 10 χιλιόμετρα μέχρι το τέρμα της διαδρομής του Lost Trail. Το χαρακτηριστικό σ αυτό το σημείο, είναι η ξύλινη γέφυρα που παίρνει το μονοπάτι από τη νότια όχθη του Ενιπέα, για να το περάσει στη βόρεια. Προσοχή για όποιους βρεθούν εδώ εκτός αγώνα: ΔΕΝ περνάμε το γεφύρι απέναντι! Απλά, το αφήνουμε δεξιά μας και συνεχίζουμε.

Από εδώ (υπάρχουν πινακίδες) στρεφόμαστε αριστερά και ανηφορικά, σε καλογραμμένο αλλά δευτερεύον μονοπάτι, ιστορικό κι αυτό για την κοινότητα των Λιτοχωριτών, αφού ήταν η δεύτερη επιλογή τους για να εισέλθουν στην καρδιά του Ολύμπου. Ο αρχικά ήπιος ανήφορος γίνεται γρήγορα όλο και πιο απότομος καθώς κυλά η απόσταση και μέσα σε λιγότερο από 400 μέτρα ανάπτυγμα κερδίζουμε πάνω από 100 μέτρα ανάβασης! Εκεί εξισορροπείται η κλίση και το μονοπάτι κινείται με ανατολική πλέον κατεύθυνση, κινούμενο προς τη μεριά της εξόδου της χαράδρας του Ενιπέα. Η βλάστηση τριγύρω είναι πυκνή αλλά κάποιες στιγμές ξεπροβάλει μπροστά μας ο ανατολικός ορίζοντας με το χαρακτηριστικό γκρεμό της Ζηλνιάς στο βάθος. Διαρκής ανάβαση που σπάει κάθε τόσο από μικρές ευθείες, φέρνει το μονοπάτι στην ισοϋψή των 1000 μέτρων και μετά από μερικά ανεβοκατεβάσματα, μια βουτιά του μονοπατιού μας φέρνει σε ρεματιά με ρυάκι, με πόσιμο νερό! Πρόκειται για τη ρεματιά του «Κοκώνα», στο Κ-46 της διαδρομής. Ανήφορος και πάλι και αρκετά τεχνικά κομμάτια με φυτευτό βράχο, που απαιτούν προσοχή, οδηγούν σε κάτι περισσότερο από ένα χιλιόμετρο μετά, στην επόμενη ρεματιά, ανοιχτή όμως από βλάστηση, αυτήν του «Γιάννακα» στο Κ-48 περίπου. Πόσιμο νερό και πάλι και το μονοπάτι μετά από λίγα ανηφορικά βήματα ξεκινά γλυκά την συνεχόμενη κατάβασή του για αρκετή απόσταση, μέσα στο δάσος πάντα. Ευθείες διαδέχονται τον κατήφορο και σε λιγότερο από 800 μέτρα από την τελευταία ρεματιά, το μονοπάτι συμβάλει με μορφή ανάποδης διχάλας σε άλλο κεντρικότερο! Εδώ είναι η τοποθεσία «Καστάνα» στο Κ-49 σε υψόμετρο 820 μέτρων. Η συμβολή-διχάλα έρχεται σε τόσο ανύποπτο σημείο, που ενδεχομένως από έναν όχι και τόσο προσεκτικό παρατηρητή μπορεί και να μην γίνει αντιληπτή! Αν ωστόσο αντιληφθούμε το σημείο, η διαδρομή του Lost φεύγει δεξιά, ανατολικά, σε ευθείες κλίσεις για τα πρώτα 200-300 μέτρα.

Από εδώ, το μονοπάτι γίνεται σαφέστερο, με καλύτερο ίχνος και περισσότερα σημάδια διέλευσης πεζοπόρων. Η αρχική ευθεία μετατρέπεται σε ανήφορο σταδιακά, καθώς το μονοπάτι βγαίνει από βλάστηση οξιάς και μπαίνει σε βλάστηση πεύκου. Η σήμανση είναι αυτονόητη και σε καμία περίπτωση δεν τίθεται προβληματισμός για τη σωστή κατεύθυνση! Ο ανήφορος είναι πλέον διαρκής αλλά ανεκτός σε κλίσεις, επιτρέποντας ακόμα και την αύξηση του ρυθμού από κάποιον αθλητή που έχει ακόμα αρκετά αποθέματα δυνάμεων. Κάθε τόσο επίπεδα τμήματα του μονοπατιού ανακουφίζουν από την πίεση της ανηφόρας. Η βλάστηση που κυριαρχεί εδώ είναι αυτή του πεύκου. Η ανάβαση διαρκεί περίπου δύο χιλιόμετρα από τη διχάλα της Καστάνας και κάποια στιγμή η μονοπάτι βγαίνοντας απ το δάσος πεύκου, μας ανοίγει τη θέα στη θάλασσα, ανατολικά μπροστά μας! Εδώ, βρισκόμαστε σε υψόμετρο 1000 μέτρων και η θέα είναι πανοραμική. Κατηφορίζουμε από τη στιγμή που αντικρύζουμε τη θάλασσα και σε 400 μέτρα φτάνουμε σε ξύλινο κιόσκι, όπου στεγάζεται ο τελευταίος σταθμός του αγώνα («Γκόλνα») στο Κ-50 της διαδρομής και σε υψόμετρο 940 μέτρων.

Από εδώ η διαδρομή στρέφεται δεξιά και ανηφορικά, με δυτική κατεύθυνση, σε μεγάλη ανοιχτωσιά, χωρίς καθόλου βλάστηση. Μετά από 50-100 μέτρα, το μονοπάτι μπαίνει σταδιακά σε θαμνώδη βλάστηση καθώς έχει ήδη γίνει επίπεδο από θέμα κλίσης. Μια πλαγιοδρόμηση στη συνέχεια με ανοιχτή θέα προς τα αριστερά, όπου και η πλευρά της θάλασσας και λίγο μετά, το μονοπάτι μπαίνει σε δάσος πεύκου. Μετά από ένα δεύτερο ξέφωτο με θάμνους το μονοπάτι μπαίνει οριστικά σε δάσος και πάλι και κατηφορίζει έντονα. Σε απόσταση 1,5 χιλιομέτρου από το κιόσκι της Γκόλνας, το μονοπάτι συμβάλει σε άλλο με μορφή διχάλας! Εδώ, στο Κ-52 και σε υψόμετρο 850 μέτρων βρισκόμαστε στην τοποθεσία «Ντελή» και απομένουν 3,0 χιλιόμετρα για το τέλος του αγώνα. Τα επόμενα 500 κατηφορικά μέτρα του μονοπατιού είναι (τα μόνα) κοινά μέτρα της συνολικής διαδρομής στα 55 της χιλιόμετρ! Οι αθλητές συναντούν αυτό το τμήμα του μονοπατιού και λίγο μετά την εκκίνηση του αγώνα.

Όταν το μονοπάτι συναντήσει τον χωματόδρομο λίγο πιο κάτω, τότε στρεφόμαστε δεξιά (!) πάνω στο δρόμο, έχοντας μια ελαφρά ανηφορική κλίση. Διανύουμε 1300 μέτρα πάνω στον ελαφρά ανηφορικό χωματόδρομο και σε χαρακτηριστική δεξιά στροφή 90 μοιρών σε επίπεδο έδαφος και με θέα ανοιχτή μπροστά, αφήνουμε το δρόμο για να μπούμε αριστερά σε απότομα κατηφορικό μονοπάτι. Εδώ είναι η τοποθεσία «τ’ Αηγιάννη το τρόχαλο» στο Κ-53 της διαδρομής και σε υψόμετρο 820 μέτρων. Μετά από τα πρώτα 40-50 απότομα κατηφορικά μέτρα του υποτυπώδους μονοπατιού, αυτό γίνεται επίπεδο καθώς στρέφεται αριστερά. Το ίχνος βελτιώνεται σημαντικά και φαρδαίνει. Αυτό διαρκεί μόλις 400 μέτρα, καθώς το μονοπάτι βγαίνει σε ξέφωτο με πουρνάρια τριγύρω. Εκεί ακριβώς, αφήνουμε το κεντρικό μονοπάτι και φεύγουμε δεξιά, απότομα κατηφορικά, μπαίνοντας σε ένα υποτυπώδες τριτεύον μονοπάτι, το οποίο ακολουθεί μια τρελή κατηφορική πορεία μέσα στο δάσος! Μετά από περίπου 600 μέτρα ακροβατισμών στις απότομες πλαγιές, όπου απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και συγκέντρωση, η κλίση μειώνεται σταδιακά και η κατάσταση εξομαλύνεται εξόφθαλμα. Λίγες δεκάδες ακόμα μέτρα σε εντελώς επίπεδο έδαφος και μπαίνουμε στον Αηγιάννη. Μια μικρή ανηφόρα 20-30 μέτρων ανάμεσα από νεαρά έλατα μας βγάζει στο χορταριασμένο ξέφωτο, όπου δεξιά βρίσκεται το ξωκκλήσι του Αηγιάννη και αριστερά ένα πετρόχτιστο κιόσκι. Εδώ, στο κέντρο του ξέφωτου με τα μεγάλα έλατα τριγύρω, βρίσκεται ο χώρος του τερματισμού, που ταυτίζεται με την εκκίνηση του αγώνα, σε υψόμετρο 590 μέτρων, 55 χιλιόμετρα μετά την εκκίνηση.